Γυναικολογία

 

TEST PAP (ΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Είναι μια εξέταση ανώδυνη και άκρως απαραίτητη για τη διατήρηση της υγείας της γυναίκας. Άκρως ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι γυναίκες που κάνουν t.pap κάθε 10 χρόνια, έχουν κατά 10 φορές υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκiνου τραχήλου μήτρας σε σχέση με αυτές που υποβάλλονται ετησίως σε προληπτικό έλεγχο. Η διαδικασία είναι η εξής: λαμβάνονται κύτταρα από τον οπίσθιο κολπικό θόλο, τον εξωτράχηλο και τον ενδοτράχηλο, με τη βοήθεια ξύλινης σπάτουλας και με ειδικό βουρτσάκι, τα οποία επιστρώνονται πάνω σε αντικειμενοφόρο πλάκα και αφού μονιμοποιηθούν, εξετάζονται στο μικροσκόπιο. Κατ’αυτόν τον τρόπο ελέγχεται μια ποικιλία παθολογικών καταστάσεων όπως:
• Φλεγμονές κόλπου (κολπίτιδες)
• Φλεγμονές τραχήλου (τραχηλίτιδες)
• Ενδοεπιθηλιακές βλάβες κόλπου (VAIN)
• Ενδοεπιθηλιακές βλάβες τραχήλου (CIN)
• Καρκίνος κόλπου
• Καρκίνος τραχήλου

Η λήψη των επιχρισμάτων αυτών, πρέπει να γίνεται 48 ώρες μετά από χρήση κολπικών αντισυλληπτικών (πχ. σπερματοκτόνες κρέμες) ή κολπικών φαρμακευτικών σκευασμάτων ή κολπικών πλύσεων (οι οποίες ούτως ή άλλως έχουν καταργηθεί με βάση τις αντιλήψεις της σύγχρονης γυναικολογίας). Το προηγούμενο βράδυ η γυναίκα δεν πρέπει να έρθει σε σεξουαλική επαφή. Στη λοχεία η λήψη test pap ενδείκνυται 6-8 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Στην εμμηνόπαυση, όταν σε προηγούμενο t.pap έχουμε εικόνα ατροφικής κολπίτιδας ή και απουσία ενδοτραχηλικών κυττάρων, κρίνεται σκόπιμη η εφαρμογή κολπικών δισκίων οιστρογόνων για 3 εβδομάδες πριν τη λήψη του καινούργιου t.pap.
Χρόνος επανάληψης της εξέτασης ορίζεται από 6 μήνες έως και 12, με το έτος να είναι το ανώτερο επιτρεπτό διάστημα όταν δεν υπάρχουν λόγοι που να επιβάλουν συχνότερη παρακολούθηση.

THIN-PREP : Κυτταρολογία υγρής φάσης

Το υλικό συλλέγεται με ειδικό βουρτσάκι που εμβαπτίζεται σε δοχείο με διάλυμα κατάλληλο για τη μεταφορά και διατήρηση του δείγματος. Σε δεύτερο χρόνο, αν είναι ανάγκη, μπορούμε από αυτό το υλικό να ξαναπάρουμε κύτταρα και να πραγματοποιήσουμε ανίχνευση και τυποποίηση των στελεχών του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων HPV καθώς και ανεύρεση άλλων λοιμογόνων παραγόντων όπως χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεόπλασμα.

PAP NET:Αυτοματοποιημένο σύστημα μικροσκόπησης τραχηλικών επιχρισμάτων

Ανιχνεύει επιχρίσματα που λαμβάνονται με τις συνήθεις διαδικασίες αλλά επεξεργάζονται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουμε:
-Αυξημένη ευαισθησία (λιγότερα ψευδώς-αρνητικά)
-Αυξημένη ειδικότερα (λιγότερα ψευδώς-θετικά, κατά συνέπεια αποφεύγουμε την άνευ λόγου ψυχολογική αναστάτωση)
-Πρωιμότερη ανίχνευση αλλοιώσεων , συνεπώς θεραπεία σε εντελώς αρχόμενη νόσο άρα πολύ καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα.

Κολποσκόπηση

Η κολποσκόπηση είναι εξειδικευμένη εξέταση του τραχήλου της μήτρας, του κόλπου και του αιδοίου, στην οποία υποβάλλεται η γυναίκα όταν έχουμε παθολογικό test pap ή γυναικολογική εξέταση μη φυσιολογική. Είναι εξέταση απλή, σύντομη και καλά ανεκτή. Με τη χρήση του κολποσκοπίου βλέπουμε σε μεγένθυση, έως και 40 φορές το επιθήλιο του τραχήλου, του κόλπου και το δέρμα του αιδοίου, και αν ανευρεθούν παθολογικές περιοχές παίρνουμε με τη βοήθεια μιας λαβίδας μικροβιοψίες, οι οποίες και αποστέλλονται στον παθολογοανατόμο προς ιστολογική εξέταση.

HPV λοίμωξη = ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων

Έχουν περιγραφεί περισσότεροι από 100 τύποι του ιού, και περισσότεροι από 40 από αυτούς, μπορούν να προσβάλουν το επιθήλιο της πρωκτογεννητικής χώρας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η λοίμωξη από τον HPV είναι παροδική και ασυμπτωματική.Σε μικρό ωστόσο ποσοστό, λοίμωξη με τύπους υψηλού κινδύνου οδηγεί στην ανάπτυξη προκαρκινικών βλαβών, μέρος των οποίων μπορεί μετά από πάροδο ετών να εξελιχθεί σε καρκίνο. Ο χρόνος επώασης του ιού ποικίλει από 6 εβδομάδες έως και 8 μήνες, ενώ στη λανθάνουσα μορφή του(δηλαδή από τη στιγμή της μόλυνσης έως και την κλινική εκδήλωση της νόσου) μπορεί να παραμείνει και για 10 χρόνια. Συνολικά, ο HPV αποτελεί σήμερα το συχνότερα απαντώμενο σεξουαλικά μεταδιδόμενο λοιμογόνο παράγοντα παγκοσμίως. Αν και η HPV λοίμωξη αποτελεί σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, η πλήρης σεξουαλική επαφή με είσοδο του πέους στον κόλπο δεν είναι απαραίτητη για τη μετάδοση του ιού. Έρευνα σε ομοφυλόφιλες γυναίκες που δεν είχαν ποτέ επαφές με άνδρες, βρέθηκαν να έχουν τον ιό σε ποσοστό 6%. Ο ιός μπορεί να εγκαθίστανται αρχικά σε ένα σημείο του πρωκτογεννητικού σωλήνα και να αυτοενοφθαλμίζεται, εν συνεχεία, και σε άλλη θέση.

Οξυτενή Κονδυλώματα: Τύποι HPV 6 και 11

Η μόλυνση με τον ιό λαμβάνει χώρα μέσω μικροτραυματισμών, ιδιαίτερα κατά τη σεξουαλική επαφή. Τα ίδια τα κονδυλώματα είναι εξαιρετικά μεταδοτικά. Μη σεξουαλικοί τρόποι μετάδοσης του HPV είναι επίσης πιθανοί. Οι ασθενείς μπορεί να μεταφέρουν τον ιό με τα μολυσμένα δάχτυλα τους στα γεννητικά όργανα των συντρόφων τους.

Οι τύποι HPV 6 και 11 που προκαλούν τα κονδυλώματα μπορεί, επίσης, να προκαλέσουν βλάβες τύπου κονδυλωμάτων και στο στοματικό βλεννογόνο, στις ρινικές θαλάμες, στον επιπεφυκότα και στο λάρυγγα.
Τα κονδυλώματα μπορεί να εντοπίζονται σε μία θέση, αλλά συνήθως είναι πολυάριθμα γιατί ενώ η μετάδοση συμβαίνει σε ένα σημείο των γεννητικών οργάνων, ο ιός μεταφέρεται με αυτοενοφθαλμισμό και σε άλλες θέσεις. Προσβολή πολλαπλών θέσεων παρουσιάζει το 50% των ασθενών. Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι ανοσοκατεσταλμένες ασθενείς και οι ασθενείς με διαβήτη.
Σπάνια, οι ασθενείς με κονδυλώματα αιδοίου και ενδοκολπικά παρουσιάζουν κνησμό, καύσο, αυξημένα κολπικά υγρά, αιμορραγία ή δυσπαρεύνια και, εάν οι βλάβες είναι μεγάλες, μπορεί να δημιουργηθούν αποφρακτικά φαινόμενα στην ουρήθρα, στον κόλπο και στον πρωκτό. Οι λοιμώξεις είναι κατά κανόνα παροδικές, στις περισσότερες γυναίκες η ίωση μπορεί να περιοριστεί σε διάστημα 9 μηνών έως 1 έτος από τη μόλυνση. Ακόμη και μετά την κλινική υποχώρηση των βλαβών, ο ιός δεν εξαφανίζεται, αλλά παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση.
Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τη διάρκεια της μεταδοτικότητας των ασθενών, ακόμη και μετά από επιτυχή θεραπεία των κονδυλωμάτων. Οι ασθενείς είναι πιο μεταδοτικές εφόσον υπάρχουν ορατά κονδυλώματα, το ακριβές ποσοστό της μεταδοτικότητας όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί, πολύ δε περισσότερο στην υποκλινική φάση, όταν όλες οι ορατές βλάβες έχουν αποδράμει. Επιπλέον, ενώ η θεραπεία μειώνει το φορτίο της νόσου και κατ’επέκταση τη μεταδοτικότητα δεν αποκλείει τη μετάδοση και την εκδήλωση νόσου στο σεξουαλικό σύντροφο. Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι το προφυλακτικό μπορεί να μειώνει την πιθανότητα μετάδοσης του ιού και, εφόσον και οι δύο σύντροφοι θεωρούνται μολυσμένοι, μπορεί να έχει και θεραπευτική δράση, δηλαδή να μειώνει την πιθανότητα εκδήλωσης κονδυλωμάτων, μειώνοντας τη συνεχή επανέκθεση στον ιό. Γενικώς θα πρέπει να υιοθετηθεί ένας πιο υγιεινός και ισορροπημένος τρόπος ζωής που να συμπεριλαμβάνει μείωση, αν όχι διακοπή του καπνίσματος, καθώς δεν υπάρχει μέχρι σήμερα καμία αιτιολογική θεραπεία που να εκριζώνει τον ιό HPV, και όλες οι θεραπείες είναι συμπτωματικές. Δεν υπάρχει η ιδανική θεραπεία που να εξαφανίζει τα κονδυλώματα, καθώς όλες έχουν σημαντικό ποσοστό τοπικών ανεπιθύνητων ενεργειών και υποτροπών. Η επιλογή της εκάστοτε θεραπείας θα βασιστεί όχι μόνο στην εντόπιση, στη μορφολογία και στην έκταση των κονδυλωμάτων, αλλά και στις προτιμήσεις της ασθενούς.
Οι θεραπείες είναι:
- Συντηρητικές: τοπική εφαρμογή κρεμών ή διαλυμάτων
- Χειρουργικές: κρυοθεραπεία, διαθερμοπηξία, laser

Εμβόλια HPV

Τα τελευταία 15 χρόνια έχει αποδειχτεί ότι η λοίμωξη με ορισμένους τύπους του ιού HPV, όπως οι 16 και 18, αποτελεί προϋπόθεση για την εκδήλωση καρκίνου τραχήλου μήτρας. Ο καρκίνος αυτός αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου γυναικών από καρκίνο σε παγκόσμια κλίμακα και τη δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου σε νέες γυναίκες στο δυτικό κόσμο.
Η HPV λοίμωξη δεν συνοδεύεται από φλεγμονή και δεν υπάρχει εμφανές «σήμα κινδύνου», το οποίο να προειδοποιεί για την παρουσία του ιού. Το γεγονός αυτό είναι δυνατόν να προκαλέσει εμμένουσα χρόνια λοίμωξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη πιθανότητας ανάπτυξης κακοήθειας.
Τα εμβόλια που έχουν παρασκευαστεί μέχρι σήμερα είναι προφυλακτικά και όχι θεραπευτικά, αφορούν δηλαδή γυναίκες που δεν έχουν ακόμη μολυνθεί από τους τύπους του ιού από τους οποίους προστατεύουν. Τα εμβόλια περιέχουν μη λοιμογόνα ιόμορφα σωματίδια που αποτελούνται μόνο από το καψίδιο του ιού, δεν αποτελούν ζώντες-εξασθενημένους ιούς και δεν μπορούν επομένως να προκαλέσουν λοίμωξη.
Στόχος του εμβολιασμού είναι η μείωση των νοσημάτων του γεννητικού συστήματος που σχετίζεται με τους αντίστοιχους τύπους HPV. Τα νοσήματα αυτά περιλαμβάνουν τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, του πρωκτού, του αιδοίου, του κόλπου, καθώς και τις αντίστοιχες προκαρκινικές αλλοιώσεις.
Επιπλέον, το τετραδύναμο εμβόλιο στοχεύει και στη μείωση της επίπτωσης των οξυτενών κονδυλωμάτων και της θηλωμάτωσης του λάρυγγα.
Υπάρχουν δύο είδη εμβολίων, το τετραδύναμο κατά των HPV 16, 18, 6 και 11, και το διδύναμο εμβόλιο κατά των HPV 16 και 18. Η διάρκεια προστασίας του τετραδύναμου εμβολίου, υφίστανται για μέχρι και 5 έτη μετά τον εμβολιασμό, για το διδύναμο 6,4 έτη μετά τον εμβολιασμό.
Τα HPV εμβόλια είναι καλά ανεκτά από τους λήπτες και μέχρι τώρα δεν έχουν προκύψει σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που να αποδίδονται στη χρήση τους.
Στην Ελλάδα, η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει εισηγηθεί την ένταξη των εμβολίων κατά του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών ως υποχρεωτική για κορίτσια και γυναίκες ηλικίας 12-26 ετών.

 

 

 

HIV